μετασχηματιστικός
•
- που έχει σχέση με μετασχηματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετασχηματιστικός < μετασχηματίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετασχηματιστικός | μετασχηματιστική | μετασχηματιστικό |
| Γενική | μετασχηματιστικού | μετασχηματιστικής | μετασχηματιστικού |
| Αιτιατική | μετασχηματιστικό | μετασχηματιστική | μετασχηματιστικό |
| Κλητική | μετασχηματιστικέ | μετασχηματιστική | μετασχηματιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετασχηματιστικοί | μετασχηματιστικές | μετασχηματιστικά |
| Γενική | μετασχηματιστικών | μετασχηματιστικών | μετασχηματιστικών |
| Αιτιατική | μετασχηματιστικούς | μετασχηματιστικές | μετασχηματιστικά |
| Κλητική | μετασχηματιστικοί | μετασχηματιστικές | μετασχηματιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →