μετατιθέμενος
•
- λόγιοπου μετατίθεται Βικιλεξικό
- τα κενά στα σχολεία πρόκειται να καλυφθούν από μετατιθέμενους εκπαιδευτικούς
Ετυμολογία
μετατιθέμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα μεταθέτω (μετοχή ενεστώτα του παθητικού μετατίθεμαι)
Άλλοι τύποι
μετατιθέμεναμετατιθέμενεμετατιθέμενεςμετατιθέμενημετατιθέμενηςμετατιθέμενομετατιθέμενοιμετατιθέμενοςμετατιθέμενουμετατιθέμενουςμετατιθέμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →