Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετατοπιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μετατόπιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετατοπιστικός < μετατοπίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετατοπιστικόςμετατοπιστικήμετατοπιστικό
Γενικήμετατοπιστικούμετατοπιστικήςμετατοπιστικού
Αιτιατικήμετατοπιστικόμετατοπιστικήμετατοπιστικό
Κλητικήμετατοπιστικέμετατοπιστικήμετατοπιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετατοπιστικοίμετατοπιστικέςμετατοπιστικά
Γενικήμετατοπιστικώνμετατοπιστικώνμετατοπιστικών
Αιτιατικήμετατοπιστικούςμετατοπιστικέςμετατοπιστικά
Κλητικήμετατοπιστικοίμετατοπιστικέςμετατοπιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →