Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετατόπιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεταβολή της θέσης ενός κινούμενου σώματος Βικιλεξικό
    • Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μετατόπιση σημαντικών ζητημάτων από τον άνθρωπο στην ίδια την τεχνολογία και την πληροφορία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η λειτουργία του οργανισμού να φαίνεται κάπως αυθόρμητη, αδόμητη, παράδοξη και ίσως «μαγική». (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)

Ετυμολογία

μετατόπιση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετατόπισημετατοπίσεις
Γενικήμετατόπισηςμετατοπίσεων
Αιτιατικήμετατόπισημετατοπίσεις
Κλητικήμετατόπισημετατοπίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →