μεταφορική
•
- εταιρεία που εκτελεί μεταφορές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταφορική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μεταφορικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταφορική | μεταφορικές |
| Γενική | μεταφορικής | μεταφορικών |
| Αιτιατική | μεταφορική | μεταφορικές |
| Κλητική | μεταφορική | μεταφορικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →