Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταφυσικότητα

ουσιαστικό
•
  1. βαθμός πίστης ή επίκλησης στο μεταφυσικό/στη μεταφυσική Βικιλεξικό
  2. οι ενεργές-υπαρκτές μεταφυσικές ιδιότητες, υπάρξεις, φαινόμενα, ψυχές, άγγελοι, άγιοι, θεοί κτλ συνολικά για πιστεύοντα σε αυτές (τις δυνάμεις-υπάρξεις) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταφυσικότηταμεταφυσικότητες
Γενικήμεταφυσικότηταςμεταφυσικοτήτων
Αιτιατικήμεταφυσικότηταμεταφυσικότητες
Κλητικήμεταφυσικότηταμεταφυσικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →