Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταφυτευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μεταφύτευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταφυτευτικός < μεταφυτεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφυτευτικόςμεταφυτευτικήμεταφυτευτικό
Γενικήμεταφυτευτικούμεταφυτευτικήςμεταφυτευτικού
Αιτιατικήμεταφυτευτικόμεταφυτευτικήμεταφυτευτικό
Κλητικήμεταφυτευτικέμεταφυτευτικήμεταφυτευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταφυτευτικοίμεταφυτευτικέςμεταφυτευτικά
Γενικήμεταφυτευτικώνμεταφυτευτικώνμεταφυτευτικών
Αιτιατικήμεταφυτευτικούςμεταφυτευτικέςμεταφυτευτικά
Κλητικήμεταφυτευτικοίμεταφυτευτικέςμεταφυτευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →