μεταφυτευτικός
•
- που έχει σχέση με τη μεταφύτευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταφυτευτικός < μεταφυτεύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταφυτευτικός | μεταφυτευτική | μεταφυτευτικό |
| Γενική | μεταφυτευτικού | μεταφυτευτικής | μεταφυτευτικού |
| Αιτιατική | μεταφυτευτικό | μεταφυτευτική | μεταφυτευτικό |
| Κλητική | μεταφυτευτικέ | μεταφυτευτική | μεταφυτευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταφυτευτικοί | μεταφυτευτικές | μεταφυτευτικά |
| Γενική | μεταφυτευτικών | μεταφυτευτικών | μεταφυτευτικών |
| Αιτιατική | μεταφυτευτικούς | μεταφυτευτικές | μεταφυτευτικά |
| Κλητική | μεταφυτευτικοί | μεταφυτευτικές | μεταφυτευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →