Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταχαρακτήρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήκανονικός χαρακτήρας αλφαβήτου ή σύμβολο, ο οποίος λόγω της θέσης του στον εκάστοτε κώδικα αποκτά ειδική σημασία και χρησιμοποιείται στην αντιπαραβολή προτύπων (pattern matching) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταχαρακτήρας < μετα- + χαρακτήρας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταχαρακτήραςμεταχαρακτήρες
Γενικήμεταχαρακτήραμεταχαρακτήρων
Αιτιατικήμεταχαρακτήραμεταχαρακτήρες
Κλητικήμεταχαρακτήραμεταχαρακτήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →