μεταχρονολογημένος
•
- σε έγγραφοπου αναγράφει χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική (τη χρονολογία της συγγραφής του) Βικιλεξικό
- Η εισαγωγή ήταν μεταχρονολογημένη με χρονολογία «1946», αλλά γνωρίζουμε ότι ο συγγραφέας τη συνέταξε πριν το 1940, όπως βεβαιώνει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του.
- για τσεκ προσωπικού τραπεζικού λογαριασμούπου αναγράφει ημερομηνία μεταγενέστερη από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης, πράγμα που σημαίνει ότι... (Χρειάζεται επεξεργασία) Βικιλεξικό
- (Χρειάζεται παράδειγμα που να δείχνει τι συμβαίνει) μια συνήθης πρακτική στο εμπόριο είναι η πληρωμή των προμηθευτών με μεταχρονολογημένες επιταγές
Ετυμολογία
μεταχρονολογημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μεταχρονολογώ. Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + χρονολογημένος.
Άλλοι τύποι
μεταχρονολογημέναμεταχρονολογημένεμεταχρονολογημένεςμεταχρονολογημένημεταχρονολογημένηςμεταχρονολογημένομεταχρονολογημένοιμεταχρονολογημένοςμεταχρονολογημένουμεταχρονολογημένουςμεταχρονολογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →