μεταψυχροπολεμικός
•
- που αναφέρεται στη χρονολογική περίοδο μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης Βικιλεξικό
- που έχει σαν αφετηριακό σημείο αναφοράς τη διάλυση της ΕΣΣΔ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταψυχροπολεμικός < μετά- ψυχρός + πόλεμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταψυχροπολεμικός | μεταψυχροπολεμική | μεταψυχροπολεμικό |
| Γενική | μεταψυχροπολεμικού | μεταψυχροπολεμικής | μεταψυχροπολεμικού |
| Αιτιατική | μεταψυχροπολεμικό | μεταψυχροπολεμική | μεταψυχροπολεμικό |
| Κλητική | μεταψυχροπολεμικέ | μεταψυχροπολεμική | μεταψυχροπολεμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταψυχροπολεμικοί | μεταψυχροπολεμικές | μεταψυχροπολεμικά |
| Γενική | μεταψυχροπολεμικών | μεταψυχροπολεμικών | μεταψυχροπολεμικών |
| Αιτιατική | μεταψυχροπολεμικούς | μεταψυχροπολεμικές | μεταψυχροπολεμικά |
| Κλητική | μεταψυχροπολεμικοί | μεταψυχροπολεμικές | μεταψυχροπολεμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →