μετεγγραφή
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετεγγράφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεγγραφή < μετεγγράφω + -ή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεγγραφή | μετεγγραφές |
| Γενική | μετεγγραφής | μετεγγραφών |
| Αιτιατική | μετεγγραφή | μετεγγραφές |
| Κλητική | μετεγγραφή | μετεγγραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →