μετεμμηνοπαυσιακός
•
- που γίνεται ή συμβαίνει μετά την εμμηνόπαυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεμμηνοπαυσιακός < μετ- + εμμηνοπαυσιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεμμηνοπαυσιακός | μετεμμηνοπαυσιακή | μετεμμηνοπαυσιακό |
| Γενική | μετεμμηνοπαυσιακού | μετεμμηνοπαυσιακής | μετεμμηνοπαυσιακού |
| Αιτιατική | μετεμμηνοπαυσιακό | μετεμμηνοπαυσιακή | μετεμμηνοπαυσιακό |
| Κλητική | μετεμμηνοπαυσιακέ | μετεμμηνοπαυσιακή | μετεμμηνοπαυσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεμμηνοπαυσιακοί | μετεμμηνοπαυσιακές | μετεμμηνοπαυσιακά |
| Γενική | μετεμμηνοπαυσιακών | μετεμμηνοπαυσιακών | μετεμμηνοπαυσιακών |
| Αιτιατική | μετεμμηνοπαυσιακούς | μετεμμηνοπαυσιακές | μετεμμηνοπαυσιακά |
| Κλητική | μετεμμηνοπαυσιακοί | μετεμμηνοπαυσιακές | μετεμμηνοπαυσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →