Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεμψυχωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μετεμψύχωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεμψυχωτικός < μετεμψύχωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεμψυχωτικόςμετεμψυχωτικήμετεμψυχωτικό
Γενικήμετεμψυχωτικούμετεμψυχωτικήςμετεμψυχωτικού
Αιτιατικήμετεμψυχωτικόμετεμψυχωτικήμετεμψυχωτικό
Κλητικήμετεμψυχωτικέμετεμψυχωτικήμετεμψυχωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετεμψυχωτικοίμετεμψυχωτικέςμετεμψυχωτικά
Γενικήμετεμψυχωτικώνμετεμψυχωτικώνμετεμψυχωτικών
Αιτιατικήμετεμψυχωτικούςμετεμψυχωτικέςμετεμψυχωτικά
Κλητικήμετεμψυχωτικοίμετεμψυχωτικέςμετεμψυχωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →