μετεμψυχωτικός
•
- που έχει σχέση με τη μετεμψύχωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεμψυχωτικός < μετεμψύχωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεμψυχωτικός | μετεμψυχωτική | μετεμψυχωτικό |
| Γενική | μετεμψυχωτικού | μετεμψυχωτικής | μετεμψυχωτικού |
| Αιτιατική | μετεμψυχωτικό | μετεμψυχωτική | μετεμψυχωτικό |
| Κλητική | μετεμψυχωτικέ | μετεμψυχωτική | μετεμψυχωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεμψυχωτικοί | μετεμψυχωτικές | μετεμψυχωτικά |
| Γενική | μετεμψυχωτικών | μετεμψυχωτικών | μετεμψυχωτικών |
| Αιτιατική | μετεμψυχωτικούς | μετεμψυχωτικές | μετεμψυχωτικά |
| Κλητική | μετεμψυχωτικοί | μετεμψυχωτικές | μετεμψυχωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →