μετενέργεια
•
- το να θεωρείται μια σύμβαση ότι είναι ενεργή ακόμα και μετά τη λήξη της Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) η νομοθετική πρόβλεψη για διατήρηση σε ισχύ των όρων μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που ορίζεται από τον νόμο, μετά τη λήξη ή την καταγγελία της σύμβασης αυτής
Ετυμολογία
μετενέργεια < μετ- + ενέργεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετενέργεια | μετενέργειες |
| Γενική | μετενέργειας | μετενεργειών |
| Αιτιατική | μετενέργεια | μετενέργειες |
| Κλητική | μετενέργεια | μετενέργειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →