μετενσαρκώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος μετενσαρκώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετενσαρκώνομαι | μετενσαρκώνεσαι | μετενσαρκώνεται | μετενσαρκωνόμαστε | μετενσαρκώνεστε | μετενσαρκώνονται |
| Παρατατικός | μετενσαρκωνόμουν / μετενσαρκωνόμουνα | μετενσαρκωνόσουν / μετενσαρκωνόσουνα | μετενσαρκωνόταν / μετενσαρκωνότανε | μετενσαρκωνόμασταν / μετενσαρκωνόμαστε | μετενσαρκωνόσασταν / μετενσαρκωνόσαστε | μετενσαρκωνόντουσαν / μετενσαρκώνονταν |
| Αόριστος | μετενσαρκώθηκα | μετενσαρκώθηκες | μετενσαρκώθηκε | μετενσαρκωθήκαμε | μετενσαρκωθήκατε | μετενσαρκωθήκαν / μετενσαρκωθήκανε / μετενσαρκώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα μετενσαρκωθώ / θα μετενσαρκώνομαι | θα μετενσαρκωθείς / θα μετενσαρκώνεσαι | θα μετενσαρκωθεί / θα μετενσαρκώνεται | θα μετενσαρκωθούμε / θα μετενσαρκωνόμαστε | θα μετενσαρκωθείτε / θα μετενσαρκώνεστε | θα μετενσαρκωθούν / θα μετενσαρκωθούνε / θα μετενσαρκώνονται |
| Παρακείμενος | έχω μετενσαρκωθεί | έχεις μετενσαρκωθεί | έχει μετενσαρκωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετενσαρκωθεί | είχες μετενσαρκωθεί | είχε μετενσαρκωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετενσαρκωθεί / να μετενσαρκωθώ / να μετενσαρκώνομαι | να έχεις μετενσαρκωθεί / να μετενσαρκωθείς / να μετενσαρκώνεσαι | να έχει μετενσαρκωθεί / να μετενσαρκωθεί / να μετενσαρκώνεται | να μετενσαρκωθούμε / να μετενσαρκωνόμαστε | να μετενσαρκωθείτε / να μετενσαρκώνεστε | να μετενσαρκωθούν / να μετενσαρκωθούνε / να μετενσαρκώνονται |
| Προστακτική | — | μετενσαρκώνου / μετενσαρκώσου | — | — | μετενσαρκωθείτε / μετενσαρκώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →