Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετενσωμάτωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετενσωματώνομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετενσωμάτωση < ελληνιστική κοινή μετενσωμάτωσις < μετενσωματόομαι < αρχαία ελληνική σῶμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετενσωμάτωσημετενσωματώσεις
Γενικήμετενσωμάτωσηςμετενσωματώσεων
Αιτιατικήμετενσωμάτωσημετενσωματώσεις
Κλητικήμετενσωμάτωσημετενσωματώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →