μετεξέλιξη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μετεξελίσσομαι Βικιλεξικό
- η στροφή στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας είναι σημαντικό βήμα μετεξέλιξης των νοσοκομείων
Ετυμολογία
μετεξέλιξη < μετεξελίσσομαι + -ξη ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική redevelopment)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεξέλιξη | μετεξελίξεις |
| Γενική | μετεξέλιξης | μετεξελίξεων |
| Αιτιατική | μετεξέλιξη | μετεξελίξεις |
| Κλητική | μετεξέλιξη | μετεξελίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →