Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεπιβιβάζω

/me.te.pi.viˈva.zo/ρήμα
•
  1. επιβιβάζω κάποιον σε άλλο μέσο μεταφοράςς Βικιλεξικό
    • > υπερώνυμα: επιβιβάζω

Ετυμολογία

μετεπιβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μετεπιβιβάζω < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reembark. Συγχρονικά αναλύεται σε μετ- + επι- + βιβάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετεπιβιβάζωμετεπιβιβάζειςμετεπιβιβάζειμετεπιβιβάζουμεμετεπιβιβάζετεμετεπιβιβάζουν / μετεπιβιβάζουνε
Παρατατικόςμετεπιβίβαζαμετεπιβίβαζεςμετεπιβίβαζεμετεπιβιβάζαμεμετεπιβιβάζατεμετεπιβίβαζαν / μετεπιβιβάζαν / μετεπιβιβάζανε
Αόριστοςμετεπιβίβασαμετεπιβίβασεςμετεπιβίβασεμετεπιβιβάσαμεμετεπιβιβάσατεμετεπιβίβασαν / μετεπιβιβάσαν / μετεπιβιβάσανε
Μέλλονταςθα μετεπιβιβάζω / θα μετεπιβιβάσωθα μετεπιβιβάζεις / θα μετεπιβιβάσειςθα μετεπιβιβάζει / θα μετεπιβιβάσειθα μετεπιβιβάζουμε / θα μετεπιβιβάσουμεθα μετεπιβιβάζετε / θα μετεπιβιβάσετεθα μετεπιβιβάζουν / θα μετεπιβιβάζουνε / θα μετεπιβιβάσουν / θα μετεπιβιβάσουνε
Παρακείμενοςέχω μετεπιβιβάσειέχεις μετεπιβιβάσειέχει μετεπιβιβάσειέχουμε μετεπιβιβάσειέχετε μετεπιβιβάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μετεπιβιβάσειείχες μετεπιβιβάσειείχε μετεπιβιβάσειείχαμε μετεπιβιβάσει——
Υποτακτικήνα έχω μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζω / να μετεπιβιβάσωνα έχεις μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζεις / να μετεπιβιβάσειςνα έχει μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζει / να μετεπιβιβάσεινα έχουμε μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζουμε / να μετεπιβιβάσουμενα έχετε μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζετε / να μετεπιβιβάσετενα μετεπιβιβάζουν / να μετεπιβιβάζουνε / να μετεπιβιβάσουν / να μετεπιβιβάσουνε
Προστακτική—μετεπιβίβαζε / μετεπιβίβασε——μετεπιβιβάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μετεπιβιβάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →