μετεπιβιβάζω
•
- επιβιβάζω κάποιον σε άλλο μέσο μεταφοράςς Βικιλεξικό
- > υπερώνυμα: επιβιβάζω
Ετυμολογία
μετεπιβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μετεπιβιβάζω < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reembark. Συγχρονικά αναλύεται σε μετ- + επι- + βιβάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετεπιβιβάζω | μετεπιβιβάζεις | μετεπιβιβάζει | μετεπιβιβάζουμε | μετεπιβιβάζετε | μετεπιβιβάζουν / μετεπιβιβάζουνε |
| Παρατατικός | μετεπιβίβαζα | μετεπιβίβαζες | μετεπιβίβαζε | μετεπιβιβάζαμε | μετεπιβιβάζατε | μετεπιβίβαζαν / μετεπιβιβάζαν / μετεπιβιβάζανε |
| Αόριστος | μετεπιβίβασα | μετεπιβίβασες | μετεπιβίβασε | μετεπιβιβάσαμε | μετεπιβιβάσατε | μετεπιβίβασαν / μετεπιβιβάσαν / μετεπιβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα μετεπιβιβάζω / θα μετεπιβιβάσω | θα μετεπιβιβάζεις / θα μετεπιβιβάσεις | θα μετεπιβιβάζει / θα μετεπιβιβάσει | θα μετεπιβιβάζουμε / θα μετεπιβιβάσουμε | θα μετεπιβιβάζετε / θα μετεπιβιβάσετε | θα μετεπιβιβάζουν / θα μετεπιβιβάζουνε / θα μετεπιβιβάσουν / θα μετεπιβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετεπιβιβάσει | έχεις μετεπιβιβάσει | έχει μετεπιβιβάσει | έχουμε μετεπιβιβάσει | έχετε μετεπιβιβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετεπιβιβάσει | είχες μετεπιβιβάσει | είχε μετεπιβιβάσει | είχαμε μετεπιβιβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζω / να μετεπιβιβάσω | να έχεις μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζεις / να μετεπιβιβάσεις | να έχει μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζει / να μετεπιβιβάσει | να έχουμε μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζουμε / να μετεπιβιβάσουμε | να έχετε μετεπιβιβάσει / να μετεπιβιβάζετε / να μετεπιβιβάσετε | να μετεπιβιβάζουν / να μετεπιβιβάζουνε / να μετεπιβιβάσουν / να μετεπιβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | μετεπιβίβαζε / μετεπιβίβασε | — | — | μετεπιβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μετεπιβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →