μετεωροσκοπώ
•
- είμαι ή εργάζομαι ως μετεωροσκόπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεωροσκοπώ < ελληνιστική κοινή μετεωροσκοπέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετεωροσκοπώ | μετεωροσκοπείς | μετεωροσκοπεί | μετεωροσκοπούμε | μετεωροσκοπείτε | μετεωροσκοπούν / μετεωροσκοπούνε |
| Παρατατικός | μετεωροσκοπούσα | μετεωροσκοπούσες | μετεωροσκοπούσε | μετεωροσκοπούσαμε | μετεωροσκοπούσατε | μετεωροσκοπούσαν / μετεωροσκοπούσανε |
| Αόριστος | μετεωροσκόπησα | μετεωροσκόπησες | μετεωροσκόπησε | μετεωροσκοπήσαμε | μετεωροσκοπήσατε | μετεωροσκοπήσαν / μετεωροσκοπήσανε / μετεωροσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα μετεωροσκοπήσω / θα μετεωροσκοπώ | θα μετεωροσκοπήσεις / θα μετεωροσκοπείς | θα μετεωροσκοπήσει / θα μετεωροσκοπεί | θα μετεωροσκοπήσουμε / θα μετεωροσκοπούμε | θα μετεωροσκοπήσετε / θα μετεωροσκοπείτε | θα μετεωροσκοπήσουν / θα μετεωροσκοπήσουνε / θα μετεωροσκοπούν / θα μετεωροσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω μετεωροσκοπήσει | έχεις μετεωροσκοπήσει | έχει μετεωροσκοπήσει | έχουμε μετεωροσκοπήσει | έχετε μετεωροσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετεωροσκοπήσει | είχες μετεωροσκοπήσει | είχε μετεωροσκοπήσει | είχαμε μετεωροσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετεωροσκοπήσει / να μετεωροσκοπήσω / να μετεωροσκοπώ | να έχεις μετεωροσκοπήσει / να μετεωροσκοπήσεις / να μετεωροσκοπείς | να έχει μετεωροσκοπήσει / να μετεωροσκοπήσει / να μετεωροσκοπεί | να έχουμε μετεωροσκοπήσει / να μετεωροσκοπήσουμε / να μετεωροσκοπούμε | να έχετε μετεωροσκοπήσει / να μετεωροσκοπήσετε / να μετεωροσκοπείτε | να μετεωροσκοπήσουν / να μετεωροσκοπήσουνε / να μετεωροσκοπούν / να μετεωροσκοπούνε |
| Προστακτική | — | μετεωροσκόπει / μετεωροσκόπησε | — | — | μετεωροσκοπήστε / μετεωροσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →