μετζίτι
•
- λαϊκόπαλαιό τουρκικό νόμισμα Βικιλεξικό
- ασλάνια (aslan), άσπρα (asper), γαζέττα (gazetta), γρόσι (grosso), δουκάτον (ducato), δούμπλα ou ντούμπλα , ζολότα (zlot), κολωννάτο (colonnato), λίρα (lire), μαρτζέλλος (marcelo), μαχμουτιές (mahmudiye), μετζίτι (mecit), μπέζο (bezzo, bez), νουσφιές (nisfiye), ουγγία (uncia), παράς (para), πιάστρα (piastre), ρεάλι (reale), ρεγγίνα (regina), ρουμπιές (rubiye), ράσπιδο (ruspio), σκούδον (scudo), σολδί (soldo), τάλλαρον (tallero), τσεκίνι (zechin), τορνέζι (tornese), φιορίνι, φλωρί (Economies méditerranéennes: équilibres et intercommunications, XIIIe-XIX siècles: actes du IIe Colloque international d'histoire, Athènes, 18-25 Septembre 1983, Volume 3, Centre de recherches néohelléniques, Fondation nationale de la recherche scientifique, 1985, σελ. 183)
- και καθώς φαίνεται, μια πλούσια Τουρκάλα πιάστηκε από τη φωνή μου, τα 'χασε. Φώναξε ένα γέρο χότζα, του γέμισε τη φούχτα μετζίτια. "Αμάν" τού 'πε "φώναξε τον γκιαούρη τον πραματευτή νά 'ρθει, αμάν!Και να τον δω! Δεν νταγιαντίζω". (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
- ιδιωματικόσυνοικιακός μουσουλμανικός ευκτήριος οίκος, ο οποίος —σε αντίθεση με το τζαμί— διακρίνεται από το μικρότερο μέγεθός του και την έλλειψη άμβωνα (μινμπάρ), χρησιμεύοντας κυρίως για τις καθημερινές προσευχές των πιστών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετζίτι < (άμεσο δάνειο) τουρκική mecıt (νόμισμα) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετζίτι | μετζίτια |
| Γενική | μετζιτιού | μετζιτιών |
| Αιτιατική | μετζίτι | μετζίτια |
| Κλητική | μετζίτι | μετζίτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →