μετουσίωμα
•
- λόγιοτο αποτέλεσμα του μετουσιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετουσίωμα < μετουσιώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετουσίωμα | μετουσιώματα |
| Γενική | μετουσιώματος | μετουσιωμάτων |
| Αιτιατική | μετουσίωμα | μετουσιώματα |
| Κλητική | μετουσίωμα | μετουσιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →