Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετοχικός

/me.to.çiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου έχει σχέση με εταιρική μετοχή ή μέτοχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου έχει σχέση με μετοχή (το μέρος του λόγου) ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετοχικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετοχικός < αρχαία ελληνική μετοχ(ή) + -ικός < μετέχω < μετά + ἔχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετοχικόςμετοχικήμετοχικό
Γενικήμετοχικούμετοχικήςμετοχικού
Αιτιατικήμετοχικόμετοχικήμετοχικό
Κλητικήμετοχικέμετοχικήμετοχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετοχικοίμετοχικέςμετοχικά
Γενικήμετοχικώνμετοχικώνμετοχικών
Αιτιατικήμετοχικούςμετοχικέςμετοχικά
Κλητικήμετοχικοίμετοχικέςμετοχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →