Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετράω

/meˈtɾa.o/ρήμα
•
  1. αρθρώνω με την κανονική τους σειρά τους αριθμούς Βικιλεξικό
    • Άρχισε να μετράει από το ένα μέχρι το είκοσι καθώς τα άλλα παιδιά έτρεξαν να κρυφτούν.
  2. διαπιστώνω πόσα πράγματα ανήκουν σε ένα σύνολο· αναθέτω στο καθένα έναν αριθμό, αρχίζοντας με 1 και καταλήγοντας στον συνολικό αριθμό Βικιλεξικό
    • Πριν ξεκινήσει το λεωφορείο μετά το διάλειμμα, ο οδηγός μέτρησε τους επιβάτες.
  3. υπολογίζομαι, είμαι σχετικός, έχω σημασία Βικιλεξικό
    • Μετράει η καλή πρόθεση ή μόνο το αποτέλεσμα;
  4. με τον κατάλληλο εργαλείο διαπιστώνω την ποσότητα κάποιου πράγματος, ή το μέγεθος μιας διάστασής του Βικιλεξικό
    • Ο ράφτης μέτρησε την απόσταση από τους ώμους μέχρι τα γόνατα.

Ετυμολογία

μετράω < μετρ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μετρῶ, συνηρημένος τύπος του μετρέω < μέτρον

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετράω / μετρώμετράςμετρά / μετράειμετράμε / μετρούμεμετράτεμετράν / μετράνε / μετρούν / μετρούνε
Παρατατικόςμέτραγα / μετρούσαμέτραγες / μετρούσεςμέτραγε / μετρούσεμετράγαμε / μετρούσαμεμετράγατε / μετρούσατεμέτραγαν / μετράγανε / μετρούσαν / μετρούσανε
Αόριστοςμέτρησαμέτρησεςμέτρησεμετρήσαμεμετρήσατε—
Μέλλονταςθα μετράω / θα μετρήσω / θα μετρώθα μετράς / θα μετρήσειςθα μετρά / θα μετράει / θα μετρήσειθα μετράμε / θα μετρήσουμε / θα μετρούμεθα μετράτε / θα μετρήσετεθα μετράν / θα μετράνε / θα μετρούν / θα μετρούνε
Υποτακτικήνα μετράω / να μετρήσω / να μετρώνα μετράς / να μετρήσειςνα μετρά / να μετράει / να μετρήσεινα μετράμε / να μετρήσουμε / να μετρούμενα μετράτε / να μετρήσετενα μετράν / να μετράνε / να μετρούν / να μετρούνε
Προστακτική—μέτρα / μέτραγε / μέτρησε——μετράτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετριέμαι / μετρούμαι—————
Αόριστοςμετρήθηκα—————
Μέλλονταςθα μετριέμαι / θα μετρούμαι—————
Υποτακτικήνα μετριέμαι / να μετρούμαι—————

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →