Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετρήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να έχει μέτρο ή ποσότητα αλλά δεν είναι αριθμήσιμος, αριθμητός Βικιλεξικό
    • το "ρύζι" είναι μετρήσιμο ουσιαστικό (πολύ ρύζι, λίγο ρύζι, δύο κιλά ρύζι)
    • Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)

Ετυμολογία

μετρήσιμος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρήσιμοςμετρήσιμημετρήσιμο
Γενικήμετρήσιμουμετρήσιμηςμετρήσιμου
Αιτιατικήμετρήσιμομετρήσιμημετρήσιμο
Κλητικήμετρήσιμεμετρήσιμημετρήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρήσιμοιμετρήσιμεςμετρήσιμα
Γενικήμετρήσιμωνμετρήσιμωνμετρήσιμων
Αιτιατικήμετρήσιμουςμετρήσιμεςμετρήσιμα
Κλητικήμετρήσιμοιμετρήσιμεςμετρήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →