μετρητής
•
- όργανο μέτρησης ενός μεγέθους Βικιλεξικό
- ειδικότερασυσκευή που καταγράφει την κατανάλωση ή τη ροή, πχ νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ Βικιλεξικό
- το πρόσωπο που καταγράφει τις ενδείξεις μιας τέτοιας συσκευής ή οργάνου Βικιλεξικό
- πληροφορικήμεταβλητή, θέση μνήμης κλπ., το περιεχόμενο των οποίων αυξάνεται όταν συμβαίνει κάποιο γεγονός Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαλέξη ή μόρφημα που συνδυάζεται με έναν αριθμό για την δήλωση του αριθμού των ουσιαστικών, κυρίως σε ασιατικές γλώσσες όπως τα ιαπωνικά, τα κορεατικά και τα κινεζικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετρητής < αρχαία ελληνική μετρητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετρητής | μετρητές |
| Γενική | μετρητή | μετρητών |
| Αιτιατική | μετρητή | μετρητές |
| Κλητική | μετρητή | μετρητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →