Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετρητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μέτρηση ή τις μετρήσεις ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετρητικός < αρχαία ελληνική μετρητικός < μετρέω < μέτρον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρητικόςμετρητικήμετρητικό
Γενικήμετρητικούμετρητικήςμετρητικού
Αιτιατικήμετρητικόμετρητικήμετρητικό
Κλητικήμετρητικέμετρητικήμετρητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρητικοίμετρητικέςμετρητικά
Γενικήμετρητικώνμετρητικώνμετρητικών
Αιτιατικήμετρητικούςμετρητικέςμετρητικά
Κλητικήμετρητικοίμετρητικέςμετρητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →