Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετρητοίς

/me.tɾiˈtis/επίρρημα
•
  1. κυρίως ενάρθρως στις φράσεις Βικιλεξικό
  2. τοις μετρητοίς Βικιλεξικό
  3. παίρνω τοις μετρητοίς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετρητοίς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μετρητοῖς.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μετρητοῖς

επίρρημα
•
  1. πολυτονική γραφή του μετρητοίς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →