μετρητοίς
•
- κυρίως ενάρθρως στις φράσεις Βικιλεξικό
- τοις μετρητοίς Βικιλεξικό
- παίρνω τοις μετρητοίς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετρητοίς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μετρητοῖς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μετρητοίς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μετρητοῖς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →