Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το μέτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. λογοτεχνικόπου έχει σχέση με το μέτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένομετρική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετρικός < αρχαία ελληνική μετρικός < μέτρον (1. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική métrique < mètre < αρχαία ελληνική μέτρον)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρικόςμετρικήμετρικό
Γενικήμετρικούμετρικήςμετρικού
Αιτιατικήμετρικόμετρικήμετρικό
Κλητικήμετρικέμετρικήμετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρικοίμετρικέςμετρικά
Γενικήμετρικώνμετρικώνμετρικών
Αιτιατικήμετρικούςμετρικέςμετρικά
Κλητικήμετρικοίμετρικέςμετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →