μετρικός
•
- που έχει σχέση με το μέτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόπου έχει σχέση με το μέτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένομετρική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετρικός < αρχαία ελληνική μετρικός < μέτρον (1. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική métrique < mètre < αρχαία ελληνική μέτρον)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετρικός | μετρική | μετρικό |
| Γενική | μετρικού | μετρικής | μετρικού |
| Αιτιατική | μετρικό | μετρική | μετρικό |
| Κλητική | μετρικέ | μετρική | μετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετρικοί | μετρικές | μετρικά |
| Γενική | μετρικών | μετρικών | μετρικών |
| Αιτιατική | μετρικούς | μετρικές | μετρικά |
| Κλητική | μετρικοί | μετρικές | μετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →