μετρολογικός
•
- σχετικός με μετρολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετρολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική métrologique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική metrological < αρχαία ελληνική μέτρον + λέγω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετρολογικός | μετρολογική | μετρολογικό |
| Γενική | μετρολογικού | μετρολογικής | μετρολογικού |
| Αιτιατική | μετρολογικό | μετρολογική | μετρολογικό |
| Κλητική | μετρολογικέ | μετρολογική | μετρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετρολογικοί | μετρολογικές | μετρολογικά |
| Γενική | μετρολογικών | μετρολογικών | μετρολογικών |
| Αιτιατική | μετρολογικούς | μετρολογικές | μετρολογικά |
| Κλητική | μετρολογικοί | μετρολογικές | μετρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →