Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετρονομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μετρονομία ή τον μετρονόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετρονομικός < μετρονόμος / μετρονομία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρονομικόςμετρονομικήμετρονομικό
Γενικήμετρονομικούμετρονομικήςμετρονομικού
Αιτιατικήμετρονομικόμετρονομικήμετρονομικό
Κλητικήμετρονομικέμετρονομικήμετρονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετρονομικοίμετρονομικέςμετρονομικά
Γενικήμετρονομικώνμετρονομικώνμετρονομικών
Αιτιατικήμετρονομικούςμετρονομικέςμετρονομικά
Κλητικήμετρονομικοίμετρονομικέςμετρονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →