μετρονομικός
•
- που έχει σχέση με τη μετρονομία ή τον μετρονόμο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετρονομικός < μετρονόμος / μετρονομία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετρονομικός | μετρονομική | μετρονομικό |
| Γενική | μετρονομικού | μετρονομικής | μετρονομικού |
| Αιτιατική | μετρονομικό | μετρονομική | μετρονομικό |
| Κλητική | μετρονομικέ | μετρονομική | μετρονομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετρονομικοί | μετρονομικές | μετρονομικά |
| Γενική | μετρονομικών | μετρονομικών | μετρονομικών |
| Αιτιατική | μετρονομικούς | μετρονομικές | μετρονομικά |
| Κλητική | μετρονομικοί | μετρονομικές | μετρονομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →