μεφιτίζω
•
- βγάζω δυσάρεστη μυρωδιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεφιτίζω < μεφιτ(ικός)+ -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεφιτίζω | μεφιτίζεις | μεφιτίζει | μεφιτίζουμε | μεφιτίζετε | μεφιτίζουν / μεφιτίζουνε |
| Παρατατικός | μεφίτιζα | μεφίτιζες | μεφίτιζε | μεφιτίζαμε | μεφιτίζατε | μεφίτιζαν / μεφιτίζαν / μεφιτίζανε |
| Αόριστος | μεφίτισα | μεφίτισες | μεφίτισε | μεφιτίσαμε | μεφιτίσατε | μεφίτισαν / μεφιτίσαν / μεφιτίσανε |
| Μέλλοντας | θα μεφιτίζω / θα μεφιτίσω | θα μεφιτίζεις / θα μεφιτίσεις | θα μεφιτίζει / θα μεφιτίσει | θα μεφιτίζουμε / θα μεφιτίσουμε | θα μεφιτίζετε / θα μεφιτίσετε | θα μεφιτίζουν / θα μεφιτίζουνε / θα μεφιτίσουν / θα μεφιτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεφιτίσει | έχεις μεφιτίσει | έχει μεφιτίσει | έχουμε μεφιτίσει | έχετε μεφιτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεφιτίσει | είχες μεφιτίσει | είχε μεφιτίσει | είχαμε μεφιτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεφιτίσει / να μεφιτίζω / να μεφιτίσω | να έχεις μεφιτίσει / να μεφιτίζεις / να μεφιτίσεις | να έχει μεφιτίσει / να μεφιτίζει / να μεφιτίσει | να έχουμε μεφιτίσει / να μεφιτίζουμε / να μεφιτίσουμε | να έχετε μεφιτίσει / να μεφιτίζετε / να μεφιτίσετε | να μεφιτίζουν / να μεφιτίζουνε / να μεφιτίσουν / να μεφιτίσουνε |
| Προστακτική | — | μεφίτιζε / μεφίτισε | — | — | μεφιτίζετε / μεφιτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →