μεϊνάρω
•
- διαδικτυακή αργκόέχω ένα χαρακτήρα ως μέιν σε διαδικτυακό παιχνίδι, χρησιμοποιώ κυρίως αυτόν τον χαρακτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεϊνάρω < μέιν + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική main
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεϊνάρω | μεϊνάρεις | μεϊνάρει | μεϊνάρουμε | μεϊνάρετε | μεϊνάρουν / μεϊνάρουνε |
| Παρατατικός | μέιναρα | μέιναρες | μέιναρε | μεϊνάραμε | μεϊνάρατε | μέιναραν / μεϊνάραν / μεϊνάρανε |
| Αόριστος | μεϊνάρισα | μεϊνάρισες | μεϊνάρισε | μεϊναρίσαμε | μεϊναρίσατε | μεϊνάρισαν / μεϊναρίσαν / μεϊναρίσανε |
| Μέλλοντας | θα μεϊνάρω / θα μεϊναρίσω | θα μεϊνάρεις / θα μεϊναρίσεις | θα μεϊνάρει / θα μεϊναρίσει | θα μεϊνάρουμε / θα μεϊναρίσουμε | θα μεϊνάρετε / θα μεϊναρίσετε | θα μεϊνάρουν / θα μεϊνάρουνε / θα μεϊναρίσουν / θα μεϊναρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεϊναρίσει | έχεις μεϊναρίσει | έχει μεϊναρίσει | έχουμε μεϊναρίσει | έχετε μεϊναρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεϊναρίσει | είχες μεϊναρίσει | είχε μεϊναρίσει | είχαμε μεϊναρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεϊναρίσει / να μεϊνάρω / να μεϊναρίσω | να έχεις μεϊναρίσει / να μεϊνάρεις / να μεϊναρίσεις | να έχει μεϊναρίσει / να μεϊνάρει / να μεϊναρίσει | να έχουμε μεϊναρίσει / να μεϊνάρουμε / να μεϊναρίσουμε | να έχετε μεϊναρίσει / να μεϊνάρετε / να μεϊναρίσετε | να μεϊνάρουν / να μεϊνάρουνε / να μεϊναρίσουν / να μεϊναρίσουνε |
| Προστακτική | — | μέιναρε / μεϊνάρισε | — | — | μεϊνάρετε / μεϊναρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →