Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεϊντάνι

/mei̯ˈda.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροπουπαίθρια ανοιχτή έκταση σε κατοικημένη περιοχή ή κοντά σε αυτή Βικιλεξικό
    • Βάνουν φωτιὰ στὰ Γιάννενα σὲ δύο τρία μέρη,/καὶ τὰ μισὰ τὰ Γιάννενα καίγουνται χέρι χέρι./Πάνω σαράγι μαχαλὲς, Γιαννίνου τὸ καμάρι,/Μαρούτζη καὶ ἡ μητρόπολη, καὶ τὄμορφο παζάρι,/τρεῖς ἐκκλησιές, δύο σκολιά, σπίτια, σαράγια φῖνα,/σιμὰ ἀπὸ τὸν πλάτανο κὶ ὡς στὴν Ἁγιομαρῖνα,/ὅλα μεϊντάνι γείνανε, κάμπος γιὰ το σεφέρι,/γιὰ νὰ μήν κρύβεταί τινας, νὰ φαίνεται τἀσκέρι. - Ανωνύμου, Θρῆνος τοῦ ἐκ Τεπελενίου Ἀλῆ, Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων (1830).
  2. λαϊκότροποσε κοινή θέα, εκεί που όλοι μπορούν να τον δουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεϊντάνι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική میدان (meydan) (τουρκική meydan) < περσική میدان (meydân, πλατεία, πεδίο) < αραβική ميدان (maydān, τετράγωνο, πεδίο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεϊντάνιμεϊντάνια
Γενικήμεϊντανιούμεϊντανιών
Αιτιατικήμεϊντάνιμεϊντάνια
Κλητικήμεϊντάνιμεϊντάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →