μηδίζω
•
- ιστορίαδηλώνω υποταγή στους Μήδους και τους ακολουθώ, πάω με το μέρος τους Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροδίδω, αυτομολώ, προσχωρώ στον εχθρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηδίζω < αρχαία ελληνική Μηδίζω < Μῆδος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μηδίζω | μηδίζεις | μηδίζει | μηδίζουμε | μηδίζετε | μηδίζουν / μηδίζουνε |
| Παρατατικός | μήδιζα | μήδιζες | μήδιζε | μηδίζαμε | μηδίζατε | μήδιζαν / μηδίζαν / μηδίζανε |
| Αόριστος | μήδισα | μήδισες | μήδισε | μηδίσαμε | μηδίσατε | μήδισαν / μηδίσαν / μηδίσανε |
| Μέλλοντας | θα μηδίζω / θα μηδίσω | θα μηδίζεις / θα μηδίσεις | θα μηδίζει / θα μηδίσει | θα μηδίζουμε / θα μηδίσουμε | θα μηδίζετε / θα μηδίσετε | θα μηδίζουν / θα μηδίζουνε / θα μηδίσουν / θα μηδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μηδίσει | έχεις μηδίσει | έχει μηδίσει | έχουμε μηδίσει | έχετε μηδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μηδίσει | είχες μηδίσει | είχε μηδίσει | είχαμε μηδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μηδίσει / να μηδίζω / να μηδίσω | να έχεις μηδίσει / να μηδίζεις / να μηδίσεις | να έχει μηδίσει / να μηδίζει / να μηδίσει | να έχουμε μηδίσει / να μηδίζουμε / να μηδίσουμε | να έχετε μηδίσει / να μηδίζετε / να μηδίσετε | να μηδίζουν / να μηδίζουνε / να μηδίσουν / να μηδίσουνε |
| Προστακτική | — | μήδιζε / μήδισε | — | — | μηδίζετε / μηδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →