μηδενίζω
•
- στο σχολείοβαθμολογώ με το βαθμό μηδέν Βικιλεξικό
- απαξιώνω ολοκληρωτικά μια προσπάθεια, ένα έργο, ένα αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- γυρίζω πίσω στο μηδέν την ένδειξη ενός μετρητή Βικιλεξικό
- στο συνεργείο μού μηδένισαν το χιλιομετρητή
Ετυμολογία
μηδενίζω < μηδέν + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μηδενίζω | μηδενίζεις | μηδενίζει | μηδενίζουμε | μηδενίζετε | μηδενίζουν / μηδενίζουνε |
| Παρατατικός | μηδένιζα | μηδένιζες | μηδένιζε | μηδενίζαμε | μηδενίζατε | μηδένιζαν / μηδενίζαν / μηδενίζανε |
| Αόριστος | μηδένισα | μηδένισες | μηδένισε | μηδενίσαμε | μηδενίσατε | μηδένισαν / μηδενίσαν / μηδενίσανε |
| Μέλλοντας | θα μηδενίζω / θα μηδενίσω | θα μηδενίζεις / θα μηδενίσεις | θα μηδενίζει / θα μηδενίσει | θα μηδενίζουμε / θα μηδενίσουμε | θα μηδενίζετε / θα μηδενίσετε | θα μηδενίζουν / θα μηδενίζουνε / θα μηδενίσουν / θα μηδενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μηδενίσει | έχεις μηδενίσει | έχει μηδενίσει | έχουμε μηδενίσει | έχετε μηδενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μηδενίσει | είχες μηδενίσει | είχε μηδενίσει | είχαμε μηδενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μηδενίσει / να μηδενίζω / να μηδενίσω | να έχεις μηδενίσει / να μηδενίζεις / να μηδενίσεις | να έχει μηδενίσει / να μηδενίζει / να μηδενίσει | να έχουμε μηδενίσει / να μηδενίζουμε / να μηδενίσουμε | να έχετε μηδενίσει / να μηδενίζετε / να μηδενίσετε | να μηδενίζουν / να μηδενίζουνε / να μηδενίσουν / να μηδενίσουνε |
| Προστακτική | — | μηδένιζε / μηδένισε | — | — | μηδενίζετε / μηδενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →