Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηδόλως

επίρρημα
•
  1. λόγιοκαθόλου, με κανέναν τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηδόλως < ελληνιστική κοινή μηδόλως < αρχαία ελληνική μηδʼ ὅλως

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →