Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηκίστας

/miˈci.stas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςο αθλητής του άλματος εις μήκος Βικιλεξικό
    • Φαίνεται ότι η φετινή συγκομιδή των μεταλλίων στο Παρίσι θα είναι πολύ καλή για την Ελλάδα. Είναι σημαντικό μία χώρα των 10 εκατομμυρίων κατοίκων να έχει βγάλει τον καλύτερο μηκίστα της εποχής του, έναν από τους δύο—τρεις καλύτερους μπασκετμπολίστες του πλανήτη, κάποιον που παίρνει μετάλλια την εποχή του Ντουπλάντις. (www.reader.gr, 07.08.2024)
    • Οχτώ χρόνια αργότερα, στην αφετηρία των Ολυμπιακών Αγώνων του Τόκιο, ο Μιλτιάδης Τεντόγλου είναι ο καλύτερος «μηκίστας» στον κόσμο. Παρόλο που χειρουργήθηκε στο γόνατο μες στον χειμώνα, πήδηξε για πλάκα 8,60 μ. τον περασμένο Μάιο στην Καλλιθέα. (www.documentonews.gr, 08.07.2024)

Ετυμολογία

μηκίστας < μήκος + -ίστας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμηκίσταςμηκίστες
Γενικήμηκίσταμηκιστών
Αιτιατικήμηκίσταμηκίστες
Κλητικήμηκίσταμηκίστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →