μηκώνιο
•
- φυτόο χυμός του φυτού Μήκων η υπνοφόρος Βικιλεξικό
- ιατρικήκολλώδης, καστανόμαυρη ουσία, που συγκεντρώνεται στο έντερο του εμβρύου και αποτελεί τα πρώτα του κόπρανα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηκώνιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηκώνιον < μήκων (θηλυκό -ή και αρσενικό η παπαρούνα) + ιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηκώνιο | μηκώνια |
| Γενική | μηκωνίου / μηκώνιου | μηκωνίων / μηκώνιων |
| Αιτιατική | μηκώνιο | μηκώνια |
| Κλητική | μηκώνιο | μηκώνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →