μηλοκολοκύθα
•
- φυτόη ποικιλία νεροκολοκύθας που παράγει σφαιρικές κολοκύθες, τα λεγόμενα και μηλοκολόκυθα ή μηλονεροκολόκυθα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηλοκολοκύθα < μηλο- + κολοκύθα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηλοκολοκύθα | μηλοκολοκύθες |
| Γενική | μηλοκολοκύθας | μηλοκολοκυθών |
| Αιτιατική | μηλοκολοκύθα | μηλοκολοκύθες |
| Κλητική | μηλοκολοκύθα | μηλοκολοκύθες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →