μηλοπαραγωγός
•
- γεωπονίαο καλλιεργητής μηλιών και παραγωγός μήλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηλοπαραγωγός < μηλο- + -παραγωγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηλοπαραγωγός | μηλοπαραγωγοί |
| Γενική | μηλοπαραγωγού | μηλοπαραγωγών |
| Αιτιατική | μηλοπαραγωγό | μηλοπαραγωγούς |
| Κλητική | μηλοπαραγωγέ | μηλοπαραγωγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →