Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηλοπαραγωγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωπονίαο καλλιεργητής μηλιών και παραγωγός μήλων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηλοπαραγωγός < μηλο- + -παραγωγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμηλοπαραγωγόςμηλοπαραγωγοί
Γενικήμηλοπαραγωγούμηλοπαραγωγών
Αιτιατικήμηλοπαραγωγόμηλοπαραγωγούς
Κλητικήμηλοπαραγωγέμηλοπαραγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μηλοπαραγωγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παράγει μήλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηλοπαραγωγός < μηλο- + -παραγωγός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηλοπαραγωγόςμηλοπαραγωγοςμηλοπαραγωγο / μηλοπαραγωγό
Γενικήμηλοπαραγωγού—μηλοπαραγωγού
Αιτιατικήμηλοπαραγωγό—μηλοπαραγωγό
Κλητικήμηλοπαραγωγέ—μηλοπαραγωγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηλοπαραγωγοί—μηλοπαραγωγά
Γενικήμηλοπαραγωγών—μηλοπαραγωγών
Αιτιατικήμηλοπαραγωγούς—μηλοπαραγωγά
Κλητικήμηλοπαραγωγοί—μηλοπαραγωγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →