Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηλοφάγος

/mi.loˈfa.ɣos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. έντομοέντομο που ανήκει στο γένος Μηλοφάγος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηλοφάγος < νεολατινική Melophagus → δείτε Μηλοφάγος και την αρχαία ελληνική μηλοφάγος < μῆλον (πρόβατο) + -φάγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμηλοφάγοςμηλοφάγοι
Γενικήμηλοφάγουμηλοφάγων
Αιτιατικήμηλοφάγομηλοφάγους
Κλητικήμηλοφάγεμηλοφάγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μηλοφάγος

/mi.loˈfa.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για έντομοπου ανήκει στο γένος Μηλοφάγος και έχει τις χαρακτηριστικές του ιδιότητες, βλαβερές ιδίως για τα πρόβατα Βικιλεξικό
    • Θα εξετάσουμε σήμερα ένα μηλοφάγο έντομο αρχίζοντας τη μελέτη μας για το γένος των Μηλοφάγων
  2. σπάνιογια την ερμηνεία: «κάποιος που τρώει μήλα», Βικιλεξικό
  3. για την ερμηνεία «που παράγει μήλα» όπως σε ορισμένα λεξικά, Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηλοφάγος < νεολατινική Melophagus → δείτε Μηλοφάγος και την αρχαία ελληνική μηλοφάγος < μῆλον (πρόβατο) + -φάγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηλοφάγος / μηλοφάγοςμηλοφάγος / μηλοφάγα / μηλοφάγοςμηλοφάγος / μηλοφάγο
Γενικήμηλοφάγου / μηλοφάγουμηλοφάγου / μηλοφάγας / μηλοφάγουμηλοφάγου / μηλοφάγου
Αιτιατικήμηλοφάγο / μηλοφάγομηλοφάγο / μηλοφάγα / μηλοφάγομηλοφάγο / μηλοφάγο
Κλητικήμηλοφάγε / μηλοφάγεμηλοφάγε / μηλοφάγα / μηλοφάγεμηλοφάγε / μηλοφάγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηλοφάγοι / μηλοφάγοιμηλοφάγοι / μηλοφάγες / μηλοφάγοιμηλοφάγοι / μηλοφάγα
Γενικήμηλοφάγων / μηλοφάγωνμηλοφάγων / μηλοφάγωνμηλοφάγων / μηλοφάγων
Αιτιατικήμηλοφάγους / μηλοφάγουςμηλοφάγους / μηλοφάγες / μηλοφάγουςμηλοφάγους / μηλοφάγα
Κλητικήμηλοφάγοι / μηλοφάγοιμηλοφάγοι / μηλοφάγες / μηλοφάγοιμηλοφάγοι / μηλοφάγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →