Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηλοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει / κρατά μήλα Βικιλεξικό
  2. ιστορίαμέλος του περσικού στρατιωτικού σώματος των μηλοφόρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηλοφόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηλοφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε μήλο + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηλοφόροςμηλοφόροςμηλοφόρο / μηλοφόρον
Γενικήμηλοφόρου—μηλοφόρου
Αιτιατικήμηλοφόρο—μηλοφόρο
Κλητικήμηλοφόρε—μηλοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηλοφόροι—μηλοφόρα
Γενικήμηλοφόρων—μηλοφόρων
Αιτιατικήμηλοφόρους—μηλοφόρα
Κλητικήμηλοφόροι—μηλοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →