μηλόγαμο
•
- λαϊκότροπο, (ιδιωματικό): μήλο που χρησιμοποιείται σε έθιμα γάμου Βικιλεξικό
- συνηθέστερα λέγονται μηλόγαμα τα μήλα που προσφέρονται στους άμεσους συγγενείς του ζεύγους αντί κουφέτων καθώς και εκείνα που δίνονται σε ανύπαντρους, ενώ σε ορισμένες περιοχές της Ηπείρου διανέμονται και ως προσκλητήρια γάμου
Ετυμολογία
μηλόγαμο < μήλο + γάμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηλόγαμο | μηλόγαμα |
| Γενική | μηλόγαμου | μηλόγαμων |
| Αιτιατική | μηλόγαμο | μηλόγαμα |
| Κλητική | μηλόγαμο | μηλόγαμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →