μημουαπτισμός
•
- η ιδιότητα ή η κατάσταση τού μη μου άπτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μημουαπτισμός < μη μου άπτου + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μημουαπτισμός | μημουαπτισμοί |
| Γενική | μημουαπτισμού | μημουαπτισμών |
| Αιτιατική | μημουαπτισμό | μημουαπτισμούς |
| Κλητική | μημουαπτισμέ | μημουαπτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →