μην
•
- αρνητικόσε κύριες προτάσεις δηλώνει: Βικιλεξικό
- απαγόρευση ή αποτροπή
- συμβουλή ή παραίνεση
- ευχή να μη γίνει κάτι
- αρνητικόσε δευτερεύουσες προτάσεις δηλώνει: Βικιλεξικό
- (υποθετικές) άρνηση
- (τελικές) αρνητικό σκοπό ή αποτροπή
- (ενδοιαστικές) φόβο, επιμέλεια, ενδοιασμό
- ερωτηματικόσε ευθείες ερωτήσεις δηλώνει απορία, προσδοκία Βικιλεξικό
- μην είδατε την αγάπη μου;
- μόνο τομε μετοχές, ουσιαστικά ή επίθετα δηλώνει την αρνητική τους σημασία Βικιλεξικό
- μη θέλοντας, ο μη εργαζόμενος, μη πόλεμος, μη αναγνωρίσιμος
Ετυμολογία
μην < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μήν < αρχαία ελληνική μή
Άλλοι τύποι
μη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →