μηνίσκος
•
- γεωμετρίατο γεωμετρικό σχήμα που ορίζεται από δύο τόξα, τα οποία έχουν κοινά άκρα και βρίσκονται προς την ίδια πλευρά της κοινής χορδής Βικιλεξικό
- ανατομίασχηματισμός από ίνες και χόνδρο, που παρεμβάλλεται στις αρθρώσεις για να διευκολύνει τις κινήσεις των οστών Βικιλεξικό
- Mετατόπιση / ρήξη / αφαίρεση του μηνίσκου
- αστρονομίαΗ φάση της Σελήνης ή άλλου ουράνιου σώματος κατά την οποία λιγότερη από τη μισή ορατή επιφάνειά της εμφανίζεται φωτισμένη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηνίσκος ήδη τον 5ο αιώνα πκε στον Αριστοφάνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηνίσκος < υποκοριστικό του Μήνη : με τη σημασία στη γεωμετρία και την ανατομία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ménisque
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηνίσκος | μηνίσκοι |
| Γενική | μηνίσκου | μηνίσκων |
| Αιτιατική | μηνίσκο | μηνίσκους |
| Κλητική | μηνίσκε | μηνίσκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →