Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηνιάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το μηνιάτικο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηνιάτικος < μηνιάτικο + -ος < μεσαιωνική ελληνική μηνιατικόν < αρχαία ελληνική μήν

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηνιάτικοςμηνιάτικημηνιάτικο
Γενικήμηνιάτικουμηνιάτικηςμηνιάτικου
Αιτιατικήμηνιάτικομηνιάτικημηνιάτικο
Κλητικήμηνιάτικεμηνιάτικημηνιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηνιάτικοιμηνιάτικεςμηνιάτικα
Γενικήμηνιάτικωνμηνιάτικωνμηνιάτικων
Αιτιατικήμηνιάτικουςμηνιάτικεςμηνιάτικα
Κλητικήμηνιάτικοιμηνιάτικεςμηνιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →