Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηνυτήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου έχει σχέση με μήνυση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Η μηνυτήρια αναφορά συνιστά όχι έγκληση, αλλά την από το άρθρο 41 ΚΠΔ προβλεπόμενη αίτηση δίωξης και μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, αρκεί να μη έχει παραγραφεί η καταγγελλόμενη πράξη. (*)

Ετυμολογία

μηνυτήριος < μηνύω + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηνυτήριοςμηνυτήριαμηνυτήριο
Γενικήμηνυτήριουμηνυτήριαςμηνυτήριου
Αιτιατικήμηνυτήριομηνυτήριαμηνυτήριο
Κλητικήμηνυτήριεμηνυτήριαμηνυτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηνυτήριοιμηνυτήριεςμηνυτήρια
Γενικήμηνυτήριωνμηνυτήριωνμηνυτήριων
Αιτιατικήμηνυτήριουςμηνυτήριεςμηνυτήρια
Κλητικήμηνυτήριοιμηνυτήριεςμηνυτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →