μηρυκάζω
•
- ζωολογίααναμασώ καλά την τροφή, αφού πρώτα την επαναφέρω από το στομάχι στο στόμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαναλαμβάνω τα ίδια (δικά μου ή λόγια άλλων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηρυκάζω < αρχαία ελληνική μηρυκάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μηρυκάζω | μηρυκάζεις | μηρυκάζει | μηρυκάζουμε | μηρυκάζετε | μηρυκάζουν / μηρυκάζουνε |
| Παρατατικός | μηρύκαζα | μηρύκαζες | μηρύκαζε | μηρυκάζαμε | μηρυκάζατε | μηρυκάζαν / μηρυκάζανε / μηρύκαζαν |
| Αόριστος | μηρύκασα | μηρύκασες | μηρύκασε | μηρυκάσαμε | μηρυκάσατε | μηρυκάσαν / μηρυκάσανε / μηρύκασαν |
| Μέλλοντας | θα μηρυκάζω / θα μηρυκάσω | θα μηρυκάζεις / θα μηρυκάσεις | θα μηρυκάζει / θα μηρυκάσει | θα μηρυκάζουμε / θα μηρυκάσουμε | θα μηρυκάζετε / θα μηρυκάσετε | θα μηρυκάζουν / θα μηρυκάζουνε / θα μηρυκάσουν / θα μηρυκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μηρυκάσει | έχεις μηρυκάσει | έχει μηρυκάσει | έχουμε μηρυκάσει | έχετε μηρυκάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μηρυκάσει | είχες μηρυκάσει | είχε μηρυκάσει | είχαμε μηρυκάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μηρυκάσει / να μηρυκάζω / να μηρυκάσω | να έχεις μηρυκάσει / να μηρυκάζεις / να μηρυκάσεις | να έχει μηρυκάσει / να μηρυκάζει / να μηρυκάσει | να έχουμε μηρυκάσει / να μηρυκάζουμε / να μηρυκάσουμε | να έχετε μηρυκάσει / να μηρυκάζετε / να μηρυκάσετε | να μηρυκάζουν / να μηρυκάζουνε / να μηρυκάσουν / να μηρυκάσουνε |
| Προστακτική | — | μηρύκαζε / μηρύκασε | — | — | μηρυκάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μηρυκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →