Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μητάτος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόμικρό βοηθητικό αγροτικό οικοδόμημα με δώμα ιδιαίτερα διαδεδομένο στις Κυκλάδες όπου γεωργοί και κτηνοτρόφοι χρησιμοποιούν ως προσωρινό κατάλυμα και για διάφορες εργασίες ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μητάτος < μεσαιωνική ελληνική μητάτον < λατινική metatum, ουδέτερο του metatus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος metor < meta < πρωτοϊταλική *mētā < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμητάτοςμητάτοι
Γενικήμητάτουμητάτων
Αιτιατικήμητάτομητάτους
Κλητικήμητάτεμητάτοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →